Βιογραφία

Ο Θεόφιλος Φραγκόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1923 από γονείς Επτανήσιους. Η μητέρα του ήταν αδελφή του Κερκυραίου λογοτέχνη Κωνσταντίνου Θεοτόκη και μικρανεψιά του Ιάκωβου Πολυλά. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν εγκατεστημένη από τον ΙΖ' αιώνα στη Ζάκυνθο. Ο πατρικός του πάππος έμεινε στην ιστορία ως ο αδάμαστος εκείνος δικαστικός που δεν εδίστασε να αθωώσει τον Χαρίλαο Τρικούπη για το άρθρο του «Τις Πταίει:».

Εσπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τον καιρό της Κατοχής συμμετείχε ενεργά σε Οργανώσεις Εθνικής Αντίστασης και υπηρέτησε επί επτά μήνες σαν αντάρτης στις Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο. Έζησε για αρκετό διάστημα στη Βηρυτό, όπου ασχολήθηκε με τα ναυτιλιακά. Εχρημάτισε Διευθυντής του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ). Διετέλεσε Διευθυντής του Κέντρου Τουριστικών Μελετών. Υπήρξε ανώτερος υπάλληλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στην Τυνησία. Από το 1974 ασχολείται με τη λογοτεχνία και ως ακαδημαϊκός δάσκαλος.

Παντρεύτηκε το 1948. Η γυναίκα του ήταν κόρη του ασφαλιστή Μίλτον Τσιτσεκλή. Πατέρας δύο έγγαμων αγοριών.

Στα γράμματα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1943 από τις στήλες του νεανικού κατοχικού περιοδικού ΠΑΛΜΟΣ.

Το εκδεδομένο έργο του περιλαμβάνει τις εξής μεμονωμένες ποιητικές συλλογές: Ποιήματα (1953), Ποιήματα Ι1 (1956), Τα σχέδια μιας Πορείας (1956), Τα Άλλα Ποιήματα (1957), Ποιήματα-Μια Εκλογή (1963), 1διωτική Διάβασις (1966), Ένας Ποιητής (1977), Απεναντίας (1982), Το Τρίτο Τέταρτο (1985), Τέσσερα Μεταμοντέρνα Ποιήματα (1993), Το μέχρι το 1973 ποιητικό του έργο συγκεντρώθηκε σε δύο ογκώδεις τόμους το 1975: Τα Ποιήματα 1945-1956 και Τα Ποιήματα 1957-1973. Επίσης εξέδωσε το μυθιστόρημα Τειχομαχία (πρώτη έκδοση 1954, δεύτερη έκδοση 1977), τον τόμο διηγημάτων Διηγήματα (1976), τα θεατρικά έργα Καρτερία (1957), Καποδίστριας (1959) και Υπατία (1968) και τους τόμους Δίαυλοι (1974), Καθημερινές Τομές (1977), Η Κριτική της Κριτικής (1978), Κτέρισμα για τον Ρόδη (1990) και Χαρηστήριον (1990).

Το Θεατρικό του έργο Καρτερία τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Θεάτρου το 1957, τα δοκίμιά του Καθημερινές Τομές με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών το 1978 και Η Κριτική της Κριτικής με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου το 1979. Δύο θεατρικά του έργα έχουν παιχτεί από το κρατικό ραδιόφωνο, η Καρτερία και ο Καποδίστριας. Το δεύτερο παρουσιάστηκε από σκηνής στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αιγίνης το 1961 και παίχτηκε το 1977 με την ευκαιρία του Έτους Καποδίστρια από αθηναϊκό θίασο. Η Υπατία παίχτηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το 1980 και από το θίασο 'Ελσας Βεργή στο φεστιβάλ Αθηνών του 1982.

Συμμετείχε στην έκδοση πολλών ομαδικών τόμων, μεταξύ των οποίων στην τιμητική έκδοση Για το Σεφέρη (1960) και στους αντιστασιακούς τόμους εναντίον της Δικτατορίας Δεκαοχτώ Κείμενα (1970) και Νέα Κείμενα 1-2 (1971).

Συνεργασίες του δημοσιεύτηκαν σε όλα τα αξιόλογα περιοδικά του ελληνικού χώρου και στα περιοδικά ΑΚΖΕΝΤΕ, DIE HOREN, ΡΑΙΑΝ και PARK της Δυτικής Γερμανίας, ΒΟΟΚS ABROAD της Αμερικής, καθώς και σε πολλά άλλα διεθνή ποιητικά περιοδικά (ARGONAUT, ΡΟΕΤRΥ κλπ.). Έργα του έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες από τους εκδοτικούς οίκους Harvard University Press, Gallimard, Fisher Verlag και Volk and Welt.

Συνέγραψε τα σενάρια εννέα ταινιών μικρού μήκους για την ελληνική και τη διεθνή τηλεόραση.

Σε συνεργασία με τον Ρεξ Ουώρνερ μετέφρασε στα αγγλικά τις Δοκιμές του Γιώργου Σεφέρη. Επίσης, μετέφρασε στα ελληνικά πολλά θεατρικά έργα του κλασικού και του μοντέρνου ρεπερτορίου, που παίχτηκαν από τις κρατικές σκηνές Αθηνών και Θεσσαλονίκης και από ιδιωτικούς αθηναϊκούς θιάσους. Το μεταφραστικό του έργο περιλαμβάνει και μεταφράσεις ποιητών, που πρωτοπαρουσιάστηκαν από αυτόν στα ελληνικά, καθώς και πολλά πεζογραφήματα διαπρεπών ξένων συγγραφέων.

Εδίδαξε Νεοελληνική Λογοτεχνία στο College Year in Athens και στο Aegina Arts Center, καθώς και στο Ιωνικό Κέντρο της Xίou. Επίσης, εδίδαξε Συγκριτική Λογοτεχνία, Αγγλική Λογοτεχνία και Λογοτεχνία του Εικοστού Αιώνα στο Κέντρο Ελευθέρων Σπουδών Γ. Δολιανiτη, στην Αθήνα. Έδωσε σειρές διαλέξεων ως επισκέπτης λέκτωρ στα Γερμανικά Πανεπιστήμια του Μπόχουμ της Κολωνίας και του Σααρμπρύκεν, και εδίδαξε Νεοελληνική Λογοτεχνία ως επισκέπτης καθηγητής, βάσει των μορφωτικών ανταλλαγών του Ιδρύματος Φούλμπραϊτ, επί τρία συνεχή χρόνια στην Αμερική, το 1978/79 στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης (B.U.) και το 1979/81 στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, Queens. Έδωσε διαλέξεις και στα πανεπιστήμια του Harvard, του Prίnceton, της Columbia-Ν.Υ, του Toronto και της Πενσιλβανίας Penn-State, καθώς και σε πολλά άλλα, μικρότερα. Το 1975 επισκέφτηκε, ως προσκεκλημένος του British Council, τα πανεπιστήμια του Λονδίνου και της Οξφόρδης. όπου έδωσε σειρά διαλέξεων για την ελληνική λογοτεχνία. Τέλος, το 1985 εδίδαξε στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου για ένα πλήρες ημερολογιακό έτος με το πρόγραμμα μορφωτικών ανταλλαγών DAAD.

Υπήρξε συνεργάτης της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης (ΕΡΤ) το 1974-1976 για την κριτική των νέων βιβλίων και τακτικός επιφυλλιδογράφος των αθηναϊκών εφημερίδων ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, από το 1975 μέχρι το 1982, και ΕΘΝΟΣ. από το 1983 μέχρι το 1989.

Υπήρξε, μεταδικτατορικά, λήπτης της χορηγίας του Ιδρύματος Φορντ για δύο συνεχή χρόνια και επίσημος προσκεκλημένος της κυβέρνησης της Ανατολικής Γερμανίας, για παραμονή στο Ανατολικό Βερολίνο.

Ήταν μέλος της Εθνικής Εταιρίας των Ελλήνων Λογοτεχνών, ταμίας του Ρen Club Ελλάδος και διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του Ελληνικού Κέντρου του International Theatre Institute (ΙΤΙ) από το 1975 έως το 1983.

Για το έργο του Θ. Δ. Φραγκόπουλου έχουν γραφτεί, πέρα από τις κριτικές που ακολούθησαν την κυκλοφορία των έργων του, και μελετήματα στα βιβλία: Χρονογράφοι της Κατοχής του Απ. Σαχίνη, Η Λογοτεχνία της Μαύρης Αντίδρασης του Δημ. Ραυτόπουλου και Ο ποιητής Θ. Δ. Φραγκόπουλος του Άρη Δικταίου.

Ήταν βιβλιοκριτικός της εφημερίδας ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ από το 1990, μέχρι που έκλεισε το 1994.

Τελευταίες εκδόσεις: Άλλη Γραφή, ποιήματα, 1994, Το Σιωπηλό Σύνορο, μυθιστόρημα, 1995.

Ποιήματα

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΜΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ


Από Σπύρου Κοκκίνη 6η εκδ, «Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης»
Έκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Αθήνα 2000.
Τα βράδια, την ώρα που ξυπνάνε τα παράθυρα
και βγαίνουν στις κορφές των σπιτιών
τα φώτα της προσμονής,
σε συνοικίες λαϊκές,
του κουρασμένου πατέρα που πλένει απ' τα χέρια του
τον κάματο και την πονηριά της μέρας,
και μπαίνει στο δωμάτιο με τα κοιμισμένα παιδιά
και το τρεμάμενο χαμόγελο της μάνας τους,
κείνη την ώρα, γλιστρώντας από τις χρυσωμένες τους εκκλησίες
που τον βαστούσαν φυλακισμένο,
κατεβαίνει ο Χριστός
με ένα τσιγάρο στο αφτί,
με τραγιάσκα ψαρά,
και νύχια γεμάτα λάδι της μηχανής,
και κοιτάει τα σπίτια τούτων εδώ των φτωχών
χαμογελώντας.
II
Οι συνοικίες συχνά επαναστατούνε.
Θυμωμένες μανάδες χτυπάνε τα στεγνά στήθια τους
και τα παλικάρια ανάβουν τσιγάρο,
ή παρακολουθούν αυτούς που παίζουν τρίλιζα
με τ' όπλο ανάμεσα στα δυο τους πόδια
σε μια γωνιά του οδοφράγματος.
Δεν είναι όμορφες οι συνοικίες.
Δεν είναι όμορφη η επανάσταση,
Κι όταν νικάνε, γίνονται κι αυτοί αντιπαθείς
σαν όλους τους άλλους.
Όμως
όταν, την τελευταία νύχτα της ανυποταγής,
ανάψουν ολούθε οι φωτιές,
και δουν οι μαχητές πως το τέρμα τους
είναι εδώ, και τους προσμένει
με την επόμενη έφοδο της εννόμου τάξεως
που αναγγέλλουν κιόλας τα μεγάφωνα
σαν μοιραστεί κ' η τελευταία ματιά
μαζί με τα λιγοστά τους βόλια,
κ' επισημάνουν τις θέσεις τους,
αποδεκατισμένοι επαναστάτες χωρίς αύριο −
τότε
μες απ' το σκοτάδι, ξεγλιστράει φτωχοντυμένος,
οπλισμένος μ' ένα μακρύκαννο,
και παίρνει τη θέση του ανάμεσά τους, σιωπηλά,
κι αρχίζει να ντουφεκάει μαζί τους τους σταυρωτήδες του,
ο Ιησούς Χριστός του Ιωσήφ και της Μαρίας,
ξυλουργός,
κλάσεως 1944

Από τη συλλογή "ΑΠΕΝΑΝΤΙΑΣ" (Εκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ, Αθήνα 1982)

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ

Ακόμα και το
πιο όμορφο
ποίημα που υπάρχει
δεν είναι τίποτα
σε σύγκριση
με κείνο το ποίημα που
στιγμιαία γεννιέται
μέσα σου τη
στιγμή που διαβάζεις
το ποίημα κάποιου άλλου.
Κρίμας που
ένα τέτοιο ποίημα
δεν γίνεται
ποτέ του να
γραφτεί
− από σένα ή
από οποιονδήποτε
άλλον
Ιούνιος 77

ΕΛΙΚΗ ΕΝΑΛΙΑ

Πολύδρωπη θάλασσα,
ένα βουνό βυζαντινής αγιογραφίας
σαν μέτωπο καλόγερου ή παρτιζάνου
κι όλα αν τα χάλασα
μου μένουν, σαν αρχή σοφίας
οι ίσκιοι του βραδιού, που αυξάνουν.
13.8.77
(Νικολέϊκα Αιγίου)

ΕΓΚΩΜΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ Γ. ΣΕΦΕΡΗ

Όταν εξουσίαζε την ποίηση ο μινώταυρος της ραστώνης
ήρθες χωρίς οίηση να πεις απλά πως είσαι μόνος και κρυώνεις
Όταν ξεπερνούσαμε την ύλη στο κορμί της γοργόνας
μας έμαθες πως και το ανυποψίαστο σταφύλι
είχε κι αυτό την αιωνιότητα της κολώνας
Όταν κοιτάξαμε στα μάτια την κόρη που ήταν για μας η μοίρα
ήσουν εσύ πλάι μας, ποιητή, στα σκαλοπάτια των λόγων μας,
σαν μια σκιά στη θύρα:
Βέβαια που δεν θα σε κατεξουσιάσουμε ποτέ.
Ξέρεις περισσότερα απ΄όσα σου καταλαβαίνουμε.
Άδολε ψηλόλυμπε αδερφαϊτέ, εμείς που δεν σε νιώσαμε
είναι που στο τέλος φτωχαίνουμε.
Μα εσύ προχώρησες σταθερά στην αθανασία,
χαρίζοντάς μας κάτι από τη ζωντάνια και τη ζεστασιά σου,
χρώματα, άμμο πολύχρυση, στάση, παρρησία,
που τα χέρια μας χαίρονται χωρίς να μπορούν να σε φτάσουν.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ

Διεκδικώ το δικαίωμα
νάμαι νέος και ερωτευμένος
Να διατηρώ νέα και ερωτευμένη
την ψυχή μου
ακόμα και μέσα σε τούτο
το γηραλαίο κι ανήμπορο κορμί
Διεκδικώ το δικαίωμα αυτό
επειδή η ψυχή μου είναι
αθάνατη
επομένως δίχως ηλικία
επομένως μονάχα νέα.
            Αυτά ο Φάουστ.
Πολύ καλά, είπε ο κύριος
Μεφιστοφελής. Αντιλαμβάνομαι
μάλιστα και το βαθμό
του επίγοντος της επιθυμίας σου
αυτής
που ζητάς, σαν δικαίωμα, να την ικανοποιήσεις.
Μια μικρή λεπτομέρεια
μονάχα απομένει.
Μια που σου αρέσει τόσο,
πλήρωσε και πάρτο,
είπε ο Πανάγαθος Θεός.
Μια ζωή ίσον μια ζωή.
Νάτην λοιπόν νεκρή
η Μαργαρίτα.
(Όλα ανήκουν στον ίδιο
οικονομικό κύκλο, άλλωστε.)
Φεβρ. 80

POΔΗ, ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ ΑΚΟΜΑ;

Δεν μπόρεσα ποτέ μου να καταλάβω
αν ο Ρόδης ήξερε πως πέθαινε.
Σαν έμπαινε στο νοσοκομείο, εννοώ.
Μου είπε: από εδώ θα βγω με τα πόδια μπρος.
Ωστόσο, συνέχισε την καθημερινή ζωή.
Σαν να επρόκειτο να βγει μέσα σε μια βδομάδα.
Στο κατώφλι τώρα και του δικού μου προσκλητήριου
ξέρω άραγε πως δεν θα δω άλλη άνοιξη;
Κι αν ναι, μπορώ να εξακολουθήσω νάχω
τους ίδιους μηχανισμούς,
στη ζωή μου, σαν πριν, νάχω
τα ίδια προγράμματα μπροστά μου
σαν να επρόκειτο, εγώ η εξαίρεση,
να ζήσω για πάντα;
Ν.Υ. Φεβρ. 80

ΖΩΝΗ ΖΩΗΣ

Ένα κομμάτι του εαυτού μου, ίσως όχι το πιο σημαντικό,
ταξιδεύει. Έχει γνωρίσει πολιτείες, ανθρώπους, ψυχές,
ποταμούς ή βουνά. Ψάχνει, ανακαλύπτει, χάνει, λυπάται,
χαίρεται, θησαυρίζει εντυπώσεις. Σαν συλλέκτης
εντόμων, τις τρυπάει με μια καρφίτσα, όπως τις πεταλούδες.
(Και μετά, σαν συλλέκτης εντόμων, τις ξεχνάει).
Ένα άλλο κομμάτι του εαυτού μου ταξιδεύει επίσης,
αλλά αλλιώς. Θέλει να ξεφύγει από τον εαυτό μου,
τον μισεί, τον αποφεύγει. Δέχεται το κρύο, τη ζέστη,
την ταλαιπωρία της μετακίνησης, τη συντροφιά των άλλων, μόνο και μόνο
για να μη βρίσκεται ποτέ εκεί που υπάρχει
το πρώτο μου κομμάτι. Είναι ο φυγάς: όπου και να πάει,
θέλει αμέσως να ξαναφύγει. Και έτσι τροφοδοτεί τον άλλο,
τον ταξιδιώτη.
Αλλά υπάρχει ένα τρίτο κομμάτι
του εαυτού μου: εκείνο που θέλει να γυρίσει
σαν έχει φύγει, αλλά και να φύγει μόλις ξαναγύρισε.
Τον τρέφει το "πολύπλαγκτον το επίστροφον". Έτσι,
κι αλλιώς, και πάλι έτσι, και όχι. Λες και
στριφογυρνάει σε άβολο στρώμα μια ψυχή
που δεν γνωρίζει ανάπαψη ούτε στην πάλη.
Τούτα είναι τα τριτημόρια της ψυχής μου. Ωστόσο,
υπάρχει και ένα τέταρτο κομμάτι του εαυτού μου,
− τέσσερα πάντοτε είναι τα τριτημόρια −
εκείνο που λοιδορεί τα τρία άλλα
που μάταια προσπαθούν να του ξεφύγουν.
Καλοκαίρι 1980

ΜΙΚΡΟΣ ΙΝΔΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

− Έχω ψυχή, Κύριε;
  Και αν ναι, γιατί δεν μπορώ
  να την πιάσω;
− Ρίξε τούτο το αλάτι στο νερό,
  είπε ο Σβάμι Γκύα.
− Το έριξα, Κύριε
  Την επομένη:
− Φέρε μου τώρα εδώ
  κείνο το αλάτι που χτες έβαλες
  μέσα στο νερό,
  είπε  ο Σβάμι Γκύα.
− Προσπάθησα να το βρω,
  αλλά μάταια, Κύριε.
− Ωραία. Τώρα πιες
  μια γουλιά από τούτο
  το νερό. Πώς το βρίσκεις;
− Αλμυρό, Κύριε.
− Βλέπεις; Το αλάτι είναι εκεί,
  αλλά δεν μπορείς να το πιάσεις.
  Όμοια η ψυχή σου.

ΣTIXOI ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΚΟΤΖΙΑ

Βλέπω το μάτι δολερό που σπίθιζε στ' αγιάζι
βλέπω την χάλκινη δορά, να τηνε προσκυνούν
κράτα γερά το δρόμο σου π' αρχίζει να βουλιάζει
και τη γητειά του σκόρπισε, σαν ξέφτισμα του νου.
Όσο κι αν τρέχει τ' άθλημα στο τανυσμένο δέρμα
ή κι αν σφυράει το πάθος σου σ' άμετρες μπρος ριπές
δεν έχει αναπαμό για με, για σε δεν έχει τέρμα
κι αντιστοιχούν στο βήμα σου της ανομίας οι οπές.
Δρομάρι άλυπο, αταίριαστο, κλειστό στο φράχτη απόσκι
υπνώττει το καθιστικό λειψό ποτάμι εκεί
θρύψαλο στ' αποσβέσιμο της μεσημβρίας το κιόσκι
παρείσακτο σαν άλιωτο διπλόβαρο σακί.
Αν μες στη ράκη κράτησες του γυρισμού το γείσο
αν σε στολές εντύθηκες σαν κρόταλα γυμνά
ποια θάταν τάχατε η ποινή που έχω να καταλύσω
κάνοντας κάθε δίστιχο να ηχεί σαν κανονιά;

Μερικές φωτογραφίες της οικογένειας

Photo 1
Ο κ. Φραγκόπουλος (1923-1998)
Photo 2
Με την κα Φραγκοπούλου
Photo 3
Η κα Καίτη Φραγκοπούλου (1930-2015)
Photo 4
Δημήτρης, Μαρία, Ελένη
Photo 5
Η Κατερίνα Φραγκοπούλου
Photo 6
Η Μαρία Φραγκοπούλου